Ο υπερπαραθυρεοειδισμός είναι μια κατάσταση κατά την οποία οι παραθυρεοειδείς αδένες παράγουν αυξημένη ποσότητα παραθορμόνης, μιας ορμόνης που παίζει βασικό ρόλο στη ρύθμιση του ασβεστίου στον οργανισμό. Η διαταραχή αυτή μπορεί να είναι πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής, ανάλογα με την αιτία που την προκαλεί.
Ο πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός οφείλεται συνήθως σε υπερλειτουργία ενός ή περισσότερων παραθυρεοειδών αδένων και συχνά συνοδεύεται από αυξημένα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να μην προκαλεί εμφανή συμπτώματα και να διαπιστώνεται τυχαία σε αιματολογικό έλεγχο, ενώ σε άλλες μπορεί να σχετίζεται με συμπτώματα όπως κόπωση, μυϊκή αδυναμία, οστικά ενοχλήματα, νεφρολιθίαση ή διαταραχές της διάθεσης.
Η σωστή διάγνωση βασίζεται στον κατάλληλο εργαστηριακό έλεγχο και στην εκτίμηση της αιτίας που προκαλεί τη διαταραχή, ώστε να επιλεγεί και η κατάλληλη αντιμετώπιση. Η θεραπεία εξαρτάται από το είδος του υπερπαραθυρεοειδισμού και μπορεί να περιλαμβάνει παρακολούθηση, αποκατάσταση της έλλειψης βιταμίνης D ή ασβεστίου, ή σε ορισμένες περιπτώσεις χειρουργική αντιμετώπιση.

